Για την "φιλανθρωπία" αυτών που μας κλέβουν τις ζωές

Του Ν. Κολοβού 


Η φιλανθρωπία, η χυδαία εξύψωση κάποιων σε κάτι ανώτερο που μέσα σ' άλλα "αγαπάνε" και τους ανθρώπους, είναι το μόνιμο "ιστορικό" κόλπο της κυρίαρχης τάξης, του Κεφαλαίου να ελέγχει τους φτωχούς, τους πεινασμένους, την πλέμπα της ταξικής κοινωνίας. Ιδιαίτερα σε μια περίοδο καπιταλιστικής επίθεσης που η ανεργία και οι εξουθενωτικές εργασιακές σχέσεις δημιουργούν ζητήματα ακόμη και για την επιβίωση των κατώτερων και προλεταριακών στρωμάτων φιλανθρωπία και η ελεημοσύνη έρχονται να "ρυθμίσουν" τους τρόπους με τους οποίους οι καταπιεσμένοι θα διεκδικήσουν την κάλυψη των αναγκών τους, την ίδιο τους τη ζωή.

Τα σύγχρονα οικονομικά και  πολιτικά αφεντικά βρίσκονται σε θέση μάχης. Για να διαχειριστούν τις εκρηκτικές συνθήκες μιας κοινωνικής εξαθλίωσης πρωτόγνωρης. Που αφού την προκάλεσαν προκείμενου να  διατηρήσουν τα δικά τους συμφέροντα, τώρα οφείλουν να την διαχειριστούν, τα προλάβουν  τα άγρια ξεσπάσματα της. Αυτό που πρέπει να εμπεδωθεί περισσότερο από κάθε άλλη  φορά είναι ότι το καπιταλιστικό σύστημα αποτελεί το μοναδικό  τρόπο οργάνωσης της κοινωνίας.
Ακόμα και σήμερα, ιδιαίτερα σήμερα, που η βαρβαρότητα του δεν μπορεί να κρυφτεί πίσω από καμιά δημοκρατική  επίφαση, καμιά καταναλωτική ψευδαίσθηση. Είναι ο φόβος της ανατροπής του υπάρχοντος συστήματος και η εγκαθίδρυση μιας καινούργιας  ελεύθερης ζωής που υπαγορεύει παράλληλα με την άγρια καταστολή και την κρατική τρομοκρατία, το «ανθρώπινο» πρόσωπο του καπιταλισμού. Οι ίδιοι που κάθε πρωί μας στήνουν στον τοίχο της φτώχειας και της ανέχειας, μας παραχωρούν τα μεσημέρια τη "φροντίδα" των συσσιτίων τους, των κοινωνικών τους παντοπωλείων. Είναι οι ληστές του μόχθου μας που στήνουν όλων των ειδών τα "κοινωνικά" σόου- και ενεργοποιούν δήθεν την κοινωνική "αλληλεγγύη", η "ευαίσθητη" μπουρζουαζία με τα "ευαίσθητα" τσιράκια της.

 Όμως η μνήμη είναι ταξική.
Δεν γίνεται αυτός που σε σκοτώνει να επιθυμεί ταυτόχρονα να σου σώσει τη ζωή, θέλουν να μας στριμώξουν, να μας απομονώσουν, να μας εξευτελίσουν, να μας ταπεινώσουν. Οι μεγαλοεπιχειρηματίες, οι βιομήχανοι, οι εφοπλιστές, οι καναλάρχες, η εκκλησία- με την καθόλου επουράνια - περιουσία της, οι ιδιοκτήτες των σούπερ μάρκετ που εγκαλούν τους "συνανθρώπους" να ανεβάσουν τα κέρδη τους ψωνίζοντας έξτρα προϊόντα για τους καημένους τους φτωχούς που πεινάνε και κρυώνουν. Συναυλίες "αλληλεγγύης", "φιλανθρωπικά" καλάθια και συσσίτια, φιλόπτωχα ταμεία, εθελοντές "αγάπης", τηλεοπτικές καμπάνιες υπέρ "αδυνάτων-άνεργων- ανάπηρων"... Από ποιους και γιατί; Όμως η μνήμη είναι ταξική. Τα πλούτη τους είναι το αίμα μας.
Η επαναοικειοποίηση του κλεμμένου πλούτου και οι αυτοοργανωμένες προλεταριακές δομές αλληλοβοήθειας και αλληλεγγύης είναι η μοναδική απάντηση στο χυδαίο εκβιασμό που τα "φιλάνθρωπα" αφεντικά προσπαθούν να μας επιβάλλουν στήνοντας σε ουρές την αγωνία για την ίδια μας την επιβίωση. Η επιβολή του αισθήματος του φόβου, της αδυναμίας και της εξάρτησης του καταπιεσμένου μπρός  στο δυνάστη του, είναι το μοναδικό στήριγμα ενός συστήματος που  από καιρό έχει πάψει να υπόσχεται  όχι μόνο την ευδαιμονία, αλλά και την ελπίδα. ΓΊ' αυτό η απαγόρευση  των «μη οργανωμένων» των ελεγχόμενων δηλαδή από το κράτος, την εκκλησία ή το δήμο συσσίτια, γι' αυτό η άμεση εκκένωση του παλιού καφενείου στο  πνευματικού κέντρου στην Ακαδημίας όταν αυτό κατοικήθηκε  από αστέγους, γι' αυτό η καθιέρωση αστυνομικών δυνάμεων σε λαϊκές αγορές μετά από επανειλημμένες απαλλοτριώσεις από κοντινά σούπερ μάρκετ και τη διανομή των προϊόντων σε αυτές.
 Η έξοδος από τη φτώχεια, την πείνα, την ανέχεια δε βρίσκεται στα χέρια κανενός Αλαφούζου, καμιάς αρχιεπισκοπής, κανενός Σκλαβενίτη, Βασιλόπουλου, Καμίνη... Ας απλώσουμε τα δικά μας χέρια όχι για να ζητιανέψουμε τα ψίχουλα που αυτοί οι κρετίνοι μας πετάνε για να μας ταπεινώσουν και να μας ελέγξουν, αλλά για να τους επιτεθούμε, να πάρουμε πίσω όσα βίαια μας έχουνε κλέψει και να τα διαχειριστούμε από κοινού, ισότιμα, αλληλέγγυα, ελεύθερα- γκρεμίζοντας τον σάπιο κόσμο τους.
Το παραπάνω άρθρο είναι από το ΧΙΙΙ τεύχος του περιοδικού  «Βίδα»
Αναδημοσίευση από το "Βαθύ Κόκκινο".

Το τέρας μέσα μας: Το πείραμα του Μίλγκραμ



Το παρακάτω κείμενο αναδημοσιεύεται από το blog "Γελωτοποιός".
 
Το πείραμα του Μίλγκραμ είναι ένα από τα πιο γνωστά αντιδεοντολογικά πειράματα της ψυχολογίας, ουσιαστικά μια «φάρσα» που ξεγύμνωσε την ανθρώπινη ψυχή.

Το 1961, ο είκοσι εφτάχρονος Στάνλει Μίλγκραμ, επίκουρος καθηγητής ψυχολογίας στο Γέιλ, αποφάσισε να μελετήσει την υπακοή στην εξουσία.
Είχαν περάσει λίγα μόνο χρόνια από τα φρικτά εγκλήματα των Ναζί και γινόταν μια προσπάθεια κατανόησης της συμπεριφοράς των απλών στρατιωτών και αξιωματικών των SS, οι οποίοι είχαν εξολοθρεύσει εκατομμύρια αμάχων.
Η ευρέως αποδεκτή εξήγηση –πριν το πείραμα του Μίλγκραμ- ήταν η αυταρχική τευτονική διαπαιδαγώγηση και η καταπιεσμένη –κυρίως σεξουαλικά- παιδική ηλικία των Γερμανών.
Όμως ο Μίλγκραμ ήταν κοινωνικός ψυχολόγος και πίστευε ότι αυτού του είδους η υπακοή –που οδηγεί στο έγκλημα- δεν μπορεί να είναι αποτέλεσμα μόνο της προσωπικότητας, αλλά περισσότερο των πιεστικών συνθηκών.
Και το απέδειξε κάνοντας τη «φάρσα» του.

Τα υποκείμενα του πειράματος ήταν εθελοντές, κυρίως φοιτητές, οι οποίοι καλούνταν έναντι αμοιβής να συμμετέχουν σε ένα ψυχολογικό πείραμα σχετικό με τη μνήμη.
Χώριζε τους φοιτητές σε ζεύγη και –μετά από μια εικονική κλήρωση- ο ένας έπαιρνε το ρόλο του «μαθητευομένου» και ο άλλος του «δασκάλου».
Ο έκπληκτος «μαθητευόμενος» δενόταν χειροπόδαρα σε μια ηλεκτρική καρέκλα και του περνούσαν ηλεκτρόδια σε όλο το σώμα. Έπειτα του έδιναν να μάθει δέκα ζεύγη λέξεων.
Ο «δάσκαλος», από την άλλη, καθόταν μπροστά σε μια κονσόλα ηλεκτρικής γεννήτριας. Μπροστά του δέκα κουμπιά με ενδείξεις: «15 βολτ, 30 βολτ, 50 βολτ κλπ.» Το τελευταίο κουμπί έγραφε: «450 βολτ. Προσοχή! Κίνδυνος!»
Πίσω από το «δάσκαλο» στεκόταν ο πειραματιστής, ο υπεύθυνος του πειράματος.

(Και περνάμε σε ενεστώτα για να γίνουμε μέτοχοι της στιγμής.)
«Θα λέτε την πρώτη λέξη από τα ζεύγη στο μαθητευόμενο. Αν κάνει λάθος θα σηκώσετε το πρώτο μοχλό και θα υποστεί ένα ηλεκτροσόκ 15 βολτ. Σε κάθε λάθος θα σηκώνετε τον αμέσως επόμενο μοχλό», λέει ο πειραματιστής και ο «δάσκαλος» αισθάνεται ήδη καλά που δεν του έτυχε στην κλήρωση ο άλλος ρόλος.

Το πείραμα ξεκινάει. Ο «δάσκαλος» λέει τις λέξεις από το μικρόφωνο. Ο «μαθητευόμενος», ήδη τρομαγμένος, απαντάει σωστά, αλλά όχι για πολύ.
Μόλις κάνει το πρώτο λάθος ο «δάσκαλος» γυρνάει να κοιτάξει τον πειραματιστή. Εκείνος του λέει να προχωρήσει στο πρώτο ηλεκτροσόκ. Ο «δάσκαλος» υπακούει.
15 βολτ δεν είναι πολλά, αλλά ο «μαθητευόμενος» έχει αλλάξει ήδη γνώμη. Παρ’ όλα αυτά απαντάει σωστά σε άλλη μια ερώτηση, αλλά στο επόμενο λάθος δέχεται 30 βολτ.
«Αφήστε να φύγω», λέει ο «μαθητευόμενος» που δεν μπορεί να λυθεί. «Δε θέλω να συμμετάσχω σε αυτό το πείραμα.»
Ο «δάσκαλος» κοιτάει τον πειραματιστή. Εκείνος του κάνει νόημα να συνεχίσει.
Τα βολτ αυξάνονται και τώρα πια ο πόνος είναι εμφανής στο πρόσωπο του «μαθητευόμενου», που εκλιπαρεί να τον αφήσουν ελεύθερο.
Στα 200 βολτ ταρακουνιέται ολόκληρος. Ο «δάσκαλος» πριν κάθε ηλεκτροσόκ γυρνάει να κοιτάξει τον πειραματιστή. Εκείνος, με σταθερή φωνή, του λέει ότι το πείραμα πρέπει να συνεχιστεί.
Ο «δάσκαλος» συνεχίζει να βασανίζει έναν άγνωστο, έναν απλό φοιτητή που κλαίει, ζητάει τη βοήθεια του Θεού και παρακαλεί να τον λυπηθούν. Δεν μπορεί πια να απαντήσει στις ερωτήσεις, αλλά ο πειραματιστής λέει στο «δάσκαλο»:
«Τη σιωπή την εκλαμβάνουμε ως αποτυχημένη απάντηση και συνεχίζουμε με την τιμωρία.»
Στα 345 βολτ ο «μαθητευόμενος» τραντάζεται ολόκληρος, ουρλιάζει και χάνει τις αισθήσεις του.
Ο «δάσκαλος», ιδρωμένος και με τα χέρια του να τρέμουν, κοιτάει τον πειραματιστή.
«Μην ανησυχείτε», λέει εκείνος, «το πείραμα είναι απολύτως ελεγχόμενο... Συνεχίστε με τον τελευταίο μοχλό.»
«Μα είναι λιπόθυμος», λέει ο «δάσκαλος».
«Δεν έχει καμιά σημασία. Το πείραμα πρέπει να ολοκληρωθεί. Συνεχίστε με τον τελευταίο μοχλό.»

Πόσοι από τους εθελοντές έφτασαν ως τον τελευταίο μοχλό;
 Πριν ξεκινήσει το πείραμα του ο Μίλγκραμ είχε κάνει μια «δημοσκόπηση» ανάμεσα στους ψυχιάτρους και στους ψυχολόγους, ρωτώντας ‘τους τι ποσοστό των εθελοντών θα έφτανε ως τον τελευταίο μοχλό.Σχεδόν όλοι απάντησαν ότι κανείς δε θα έφτανε ως τον τελευταίο μοχλό, πέρα ίσως από κάποια άτομα με κρυπτοσαδιστικές τάσεις, καθαρά παθολογικές.
Δυστυχώς έκαναν λάθος.

Μόλις το 5% των «δασκάλων» αρνήθηκαν εξ’ αρχής να συμμετάσχουν σε ένα τέτοιο πείραμα και αποχώρησαν –συνήθως βρίζοντας τον πειραματιστή.
Το υπόλοιπο 95% προχώρησε πολύ το πείραμα, πάνω από τα 150 βολτ.
Και το 65%... Έφτασε μέχρι τον τελευταίο μοχλό, τα πιθανότατα θανατηφόρα 450 βολτ!

Που έγκειται η φάρσα;
Ο «μαθητευόμενος» δεν ήταν φοιτητής, αλλά ηθοποιός, που είχε προσληφθεί από το Μίλγκραμ για αυτόν ακριβώς το «ρόλο».
Δεν υπήρχε ηλεκτρισμός ούτε ηλεκτροσόκ. Ο ηθοποιός υποκρινόταν.
Το μοναδικό πειραματόζωο ήταν ο «δάσκαλος».

Όμως τα αποτελέσματα ήταν αληθινά: Το μεγαλύτερο ποσοστό των ανθρώπων θα υπακούσει και θα βασανίσει –ίσως και θα σκοτώσει- έναν άγνωστο του, αρκεί να δέχεται εντολές από κάποιον με κύρος (στην προκειμένη περίπτωση επιστημονικό) και ταυτόχρονα να αισθάνεται ότι δεν τον βαρύνει η ευθύνη για ό,τι συμβεί –αφού εκείνος «απλά ακολουθούσε τις διαταγές».

Και φυσικά οι περισσότεροι από εμάς θα σκεφτούν όταν μάθουν για αυτό το πείραμα: «Εγώ αποκλείεται να έφτανα ως τον τελευταίο μοχλό.»

Όμως δείτε τι συμβαίνει στην κοινωνία μας, κάθε μέρα.
Ο υπάλληλος της ΔΕΗ που δέχεται να κόψει το ρεύμα από έναν άνεργο ή άπορο, ξέροντας ότι έτσι τον ταπεινώνει, τον υποβάλει σε ένα διαρκές βασανιστήριο και πιθανότατα θέτει σε κίνδυνο τη ζωή του, ανήκει στο 65% του τελευταίου μοχλού. Και δεν είναι καθόλου κρυπτοσαδιστής. Απλά ακολουθάει τις εντολές που του έδωσαν.
Ο υπάλληλος του σούπερ-μάρκετ που σου δίνει το χαλασμένο ψάρι και σε διαβεβαιώνει ότι είναι φρέσκο (μιλώ εξ’ ιδίας πείρας, ως αγοραστής) δε σε μισεί, παρότι γνωρίζει ότι μπορεί να πάθεις και δηλητηρίαση. Απλώς ακολουθάει εντολές.

Ο αστυνομικός ο οποίος ραντίζει με χημικά τους διαδηλωτές δεν είναι κρυπτοσαδιστής –αν και πολλοί θα διαφωνήσουν στο συγκεκριμένο παράδειγμα. Απλώς κάνει τη δουλειά του.

Ο υπάλληλος της εφορίας ή της τράπεζας που υπογράφει την κατάσχεση κάποιου σπιτιού για 1.000 ευρώ χρέος, θα έφτανε ως τον τελευταίο μοχλό στο πείραμα. Γιατί υπακούει.

Ο πολιτικός που υπογράφει το μνημόνιο το οποίο οδηγεί ένα ολόκληρο έθνος στην εξαθλίωση του νεοφιλελευθερισμού θα έφτανε μέχρι τον τελευταίο μοχλό. Και αυτός υπακούει, σε εντολές πολύ πιο ισχυρές από εκείνες του πειραματιστή με την άσπρη φόρμα.

Αν όμως δούμε το πείραμα του Μίλγκραμ από την ανθρωπιστική-ηθική του πλευρά (από την πλευρά του 5% που αρνήθηκε να υπακούσει) θα καταλάβουμε ότι κανένας δεν είναι άμοιρος ευθυνών. Αν σε διατάζουν να κάνεις κάτι που προκαλεί κακό στον άλλον, στο συμπολίτη σου, σε έναν μετανάστη, σε έναν άνθρωπο (ή σε ένα ζώο, αλλά αυτό περιπλέκει πολύ τα πράγματα, εφόσον συνεχίζουμε να τρώμε κρέας), πρέπει να αρνηθείς να υπακούσεις. Ακόμα κι αν χάσεις το μπόνους παραγωγικότητας, την προαγωγή, την επανεκλογή, τη δουλειά σου.
Μόνο όταν θα είμαστε έτοιμοι να αρνηθούμε να υπακούσουμε στις «μικρές» και καθημερινές εντολές βίας –με τις οποίες οι περισσότεροι ασυνείδητα συμμορφωνόμαστε, μόνο όταν θα είμαστε έτοιμοι να προβούμε σε μια γενικευμένη και μέχρι τέλους πολιτική, κοινωνική, καταναλωτική ανυπακοή, μόνο όταν μάθουμε να συμπεριφερόμαστε ως αυτεξούσιοι άνθρωποι και όχι ως ανεύθυνοι υπάλληλοι, μόνο τότε θα μπορέσουμε να γκρεμίσουμε τη λαίλαπα του νεοφιλελευθερισμού που μας θέλει υπάνθρωπους, υπάκουους και υπόδουλους.

Και μια τελευταία παρατήρηση:
Τα υποκείμενα του πειράματος του Μίλγκραμ, οι εθελοντές φοιτητές, μάθαιναν από εκείνον ποιος ήταν ο στόχος του πειράματος. Μάθαιναν ότι ο «μαθητευόμενος» ήταν ηθοποιός και ότι δεν είχε ποτέ υποστεί ηλεκτροσόκ.
Ο Μίλγκραμ το έκανε αυτό για να τους ανακουφίσει, αλλά πέτυχε το ακριβώς αντίθετο.
Αυτοί οι άνθρωποι, ειδικά το 65% που είχε φτάσει ως τον τελευταίο μοχλό, πέρασαν την υπόλοιπη ζωή τους κυνηγημένοι από τις Ερινύες της πράξης τους. Γιατί συνειδητοποίησαν ότι δεν ήταν τόσο αθώοι και τόσο «καλοί» όσο ήθελαν να πιστεύουν για τον εαυτό τους.

(Περισσότερα για το πείραμα του Μίλγκραμ μπορείτε να διαβάσετε στο υπέροχο βιβλίο της Lauren Slater: «Το κουτί της ψυχής», από τις εκδόσεις Οξύ, μετάφραση Δέσποινα Αλεξανδρή, 2009)